Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Στην κόρη μου εύα......






Γιάννης Ρίτσος, Πρωινό Άστρο (απόσπασμα)

…Κοριτσάκι μου,
θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν στον ύπνο σου.

Κοιμήσου κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.

Είναι μακρύς
μακρύς
μακρύς ο δρόμος.

Το παιδί μου κοιμήθηκε
κι εγώ τραγουδάω…

Δύσκολα είναι, κοριτσάκι,
στην αρχή.

Τι να πεις, δεν ξέρεις.
Δύσκολα είναι στην αρχή.

Γιατί δεν είναι, κοριτσάκι,
να μάθεις μόνο
εκείνο που είσαι,
εκείνο που έχεις γίνει.

Είναι να γίνεις
ό,τι ζητάει
η ευτυχία του κόσμου,
είναι να φτιάχνεις, κοριτσάκι,
την ευτυχία του κόσμου.

Άλλη χαρά δεν είναι πιο μεγάλη
απ’ τη χαρά που δίνεις.

Να το θυμάσαι, κοριτσάκι…
Καλέ θεούλη,
εμείς είμαστε καλά.
Κάνε καλέ θεούλη,
νάχουν όλα τα παιδάκια ένα ποταμάκι γάλα,
μπόλικα αστεράκια, μπόλικα τραγούδια.
Κάνε καλέ θεούλη,
νάναι όλοι καλά
έτσι που κι εμείς
 να μη ντρεπόμαστε για τη χαρά μας…

Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν τον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
για να σεργιανάει το γαλανό όνειρο σου.
Θέλω να σου φέρω
ένα σταυρουλάκι αυγινό φως
δυο αχτίνες σταυρωτές απ’ τους στίχους μου
να σου ξορκίζουν το κακό
να σου φωτάνε
μη μου σκοντάψεις, κοριτσάκι,
έτσι γυμνόποδο και τρυφερό
στ’ αγκάθι κ’ ενός ίσκιου.
Κοιμήσου.
Να μεγαλώσεις γρήγορα.
Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κ’ έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.
Το πρόσωπο της μητερούλας φέγγει
πάνω απ’ τους ρόδινους λοφίσκους τού ύπνου σου
εαρινό φεγγάρι
ανάμεσα απ’ τα στάχυα τής έγνοιας της
και τα τριαντάφυλλα των τραγουδιών μου.
Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
                 μακρύς
                           μακρύς ο δρόμος.
Κοριτσάκι
πώς τα φίλιωσες όλα, πώς τάσμιξες -
καμιά φωνή δε λέει μου «όχι»,
έτσι καθώς με δένεις
μ’ εχτρούς και φίλους
με τα παλιά και τ’ αυριανά
όλα αυριανά
κι όλα για πάντα.
Πούναι ο παλιός γκρεμνός; -δε βλέπω-
γκρεμνός δεν είναι-
γεφύρι εσύ
κι ούτε γεφύρι,
ζωή.
Ανάμεσα στη μάνα σου και μένα
εσύ
ανάμεσα στο χτες
και τ’ αύριο
εσύ
ανάμεσα στο χώμα και στο φως
εσύ -
η ζωή τραβάει, τραβάει
κ’ η σιωπή
άκου πώς μιλάει
πώς χαμογελάει.
Έτσι καθώς με φίλιωσες
μ’ εχτρούς και φίλους
οι φλέβες μες στα πουλιά
οι ρίζες μου στη θάλασσα
τα φύλλα μου στ’ αστέρια.
Έτσι να κάνω θα διαβώ
με μια μονάχα δρασκελιά
γη κι ουρανό.
Κοριτσάκι
ένα λευκό περιστεράκι
με δυο φτερά ανοιχτά
την κούνια σου φωτά.
Ώρα καλή κι ώρα χρυσή
ήρθες με την καλή αυγή
κ’ η αυγή με σένα
να σμίξεις ουρανό και γη
κ’ η ζωή να γίνει
φως και ψωμί
φως και κρασί
φως και γαλήνη.
Και πίσω από την πόρτα μας
η κυρά, η νοικοκυρά
η γκαρδιακιά
η μεγάλη, η άγια σκούπα
με τις δυό γερές γροθιές στη μέση
πάντα ξάγρυπνη, πάντα έτοιμη
δεν αφήνει
φύλλο κίτρινο να πέσει
απ’ την άρρωστη σελήνη
μήτε σκιά να δρασκελήσει
το κατώφλι μας
μη σκοντάψει, μην πονέσει
μήτε στο μικρό-μικρό νυχάκι της
η ειρήνη.


Δημοσίευση σχολίου